Λεξιλογικά: Λεβεκουραίοι. ξεϊγκλωτος, αγελάς, μούργα

Οι λεβεκουραίοι= νέοι σπουδαστές, που δεν ασχολούνταν με χειρωνακτικές εργασίες και αναλώνονταν σε περιπάτους, συζητήσεις και διασκέδαση.

Σύμφωνα με το λαογράφο Δημ. Καλλιάνη, οι νέοι αυτοί που τους ονόμαζαν "Λεβεκουραίους" και διακρίνονταν για τη φυσιολατρεία τους, ξεκαλοκαίριαζαν στη Λουσίνα κάτω από τη στοργική παρουσία του μπαρμπα-Δημήτρη του Κουτρουμπή. Έστηναν το κρεβάτι τους πάνω σε τρία ελάτια σε σχήμα τριγώνου και διασκέδαζαν ρεμπελεύοντας και τραγουδώντας. Και βέβαια με αυτή τη σημασία χρησιμοποιήθηκε η λέξη και στις επόμενες 10ετίες.

Η λέξη δεν έχει καταγραφεί στα λεξικά και αρκετοί φίλοι στο διαδίκτυο αναζητούν την ετυμολογία και άρα την προέλευσή της και έχουν γράψει την άποψή τους. Συγκεκριμένα έχει καταγραφεί ότι πιθανόν να προέρχεται από τη γαλλική φράση levez-vous courir που σημαίνει σηκωθείτε να τρέξετε. Κοινός τόπος σε αυτές τις καταχωρίσεις είναι η σημασία της λέξης (δηλ. ντενεκές, άχρηστος, μαξιλάρας κ.λπ.).

Ερευνώντας για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα υπό έκδοση απομνημονεύματα του Δημητρακάκη "έπεσα" πάνω στο Γάλλο φιλόσοφο και καθηγητή Λεβέκ. Πεποίθησή μου λοιπόν είναι ότι πρόκειται για φοιτητές θιασώτες του Γάλλου φιλόσοφου, ο οποίος κατά τον Δρανδάκη έζησε το 1818-1900 και υπήρξε τρόφιμος της γαλλικής αρχαιολογικής σχολής στην Αθήνα. Κατά τον Ελευθερουδάκη εκτός των άλλων δίδαξε σε κολλέγιο της Γαλλίας στην έδρα της ελληνικής και λατινικής φιλοσοφίας, και μεταξύ άλλων έγραψε "Η επιστήμη του ωραίου….", "η πνευματική υπόστασις εν τη τέχνη", "Μελέτη της ελλ. και λατινικής φιλοσοφίας", "Αρμονίαι κατά πρόνοιαν".

Από γλωσσική άποψη, η κατάληξη -ραίοι τσουβαλιάζει ανθρώπους που έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό σε μια ομάδα π.χ. τσοπαναραίοι, λιτρουβαραίοι κ.λπ. Επίσης για να τονιστεί κάποια ιδιότητα, χρησιμοποιούμε το επίθετο-επώνυμο π.χ. Ωνάσηδες (πλούσιοι), Καραγκιόζηδες (γελοίοι), Νταβέληδες (λήσταρχοι) κ.λπ. Άρα είναι πολύ πιθανόν οι φυσιολάτρες φοιτητές εραστές του ωραίου και αναστατωμένοι από τις φιλοσοφικές ιδέες του Λεβέκ να ονομάστηκαν Λεβεκουραίοι. Εξ άλλου ταιριάζει γάντι και η εποχή. Τα παιδιά των ισχυρών οικογενειών σπούδαζαν στη Γαλλία και στα σαλόνια της νεοσύστατης ελληνικής κοινωνίας μιλούσαν γαλλικά.

Οι νέοι φοιτητές μας, όταν γύριζαν από την πόλη στο χωριό τις γιορτές και τα καλοκαίρια με την κουστουμιά τους, το μπαστουνάκι τους, το καπέλο τους, αμέσως άλλαζαν συνήθειες και σχεδόν και κοινωνική θέση. Δε συμμετείχαν στις αγροκτηνοτροφικές εργασίες των δικών τους και καταγίνονταν σε ρομαντικούς περιπάτους, ατέρμονες συζητήσεις και θορυβώδη γλέντια. Έχουμε σαν ντοκουμέντο καταχωρίσεις στο "Βορειοδημότη", σε οικογενειακές φωτογραφίες των φοιτητών και μνήμες στο σκληρό δίσκο των "80φεύγα". Επίσης όπως φαίνεται από το διαδίκτυο η λέξη δεν είναι τοπική Καστανιώτικη ή Σπαρτιάτικη αλλά συναντάται σε αρκετά μέρη της Ελλάδας επειδή από τα Πανεπιστήμια, οι ιδέες και οι γνώσεις με φορείς τους νεολαίους, εξακτινώνονται και διαχέονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

 ξεΐγκλωτος = με λυμένη ζώνη, ασουλούπωτος, απεριποίητος, απρόσεχτος στο ντύσιμο. Η λέξη είναι σύνθετη από το ξε- και ίγκλα. Η ίγκλα είναι δερμάτινη ζώνη, λουρίδα με την οποία δένεται το σαμάρι στο υποζύγιο, καταζώστης. Η λέξη είναι μεσαιωνική <γίγκλα <κίγκλα και προέρχεται από τη λατινική λέξη cingla <cingula = ζώνη <ρ.cingo= περιζώνω.

 αγελάς, -άδος =αυτή που ανήκει στην αγέλη. Η λέξη είναι επίθετο της αρχαίας ελληνικής. Το συμπαθητικό ζώο αγελάδα ονομαζόταν στην αρχαία γλώσσα βους. Ζούσε σε αγέλη, τρεφόταν στους αγρούς και επίσης περνούσε όλο το θέρος στους αγρούς. Σιγά-σιγά το επίθετο αγελάς, έπαψε να συνοδεύει το ουσιαστικό βους και ουσιαστικοποιήθηκε το ίδιο. Για τα αγελαία ζώα (αυτά που ζουν σε αγέλες) υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο, στο Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα.

 μούργα= η λάσπη, το κατακάθι από το φρεσκοβγαλμένο λάδι. Είναι η αρχαία λέξη αμόργη, αμούργα = τρυγία ελαίου, ιλύς. Ο αμοργεύς ήταν ο "εκθλίβων και εκβάλλων την αμόργην" τη μούργα, ο λιτρουβάρης. (Σημ: όταν καθάριζαν τις λίμπες για να βάλουν το καινούργιο λάδι, τη μούργα τη χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν σαπούνι). Το αντίστοιχο κατακάθι του μούστου από τα κρασοβάρελα που ονομαζόταν "τρυγία", οι αρχαίοι το χρησιμοποιούσαν σαν μάσκα, πασαλείφοντας τα μούτρα τους στις Διονυσιακές γιορτές και στις οργιώδεις κρασοκατανύξεις τους,

 Θεοδώρα Πελεκάνου-Δαρειώτη